Τα γενέθλια της γοργόνας (παιδικό παραμύθι)

Το παραμύθι που δημοσιεύουμε σήμερα χαρακτηρίστhκε ως «το καλύτερο του σχολείου» μας στο διαγωνισμό παραμυθιού και ιστοριών φαντασίας που διοργάνωσε το περιοδικό Κid’s Fun. Ευχόμαστε στην Ιφιγένεια καλή και  δημιουργική συνέχεια!

 

ΤΑ ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΤΗΣ ΓΟΡΓΟΝΑΣ

Της Ιφιγένεας Ηλιάδου

Κεφάλαιο 1. Η απαγωγή

 

"Στο μεταξύ στο καράβι ο Φουτ Μπαλαφούτ χτυπούσε το μαχαιροπίρουνο στο τραπέζι της κουζίνας και φώναζε «Πεινάμε, πεινάμε! Δώστε μας να φάμε. Ωωωω…όσο σκέφτομαι ότι θα τη δέσουν και θα τη βάλουν στο καζάνι για να βράσει μου τρέχουν τα σάλια» Ξαφνικά όμως ένας ταχυδρομικός γλάρος μπήκε από το ανοιχτό παράθυρο και έφερε τις ιατρικές εξετάσεις του Μπαλαφούτ από το γιατρό του. Για κακή του τύχη, όμως, το ζάχαρο και η χοληστερίνη του ήταν ανεβασμένα και δεν έπρεπε να φάει ουρές γοργόνας." (απόσπασμα)

Ζούσε κάποτε ένας πειρατής που τον λέγανε Φουτ Μπαλαφούτ και που το αγαπημένο του φαγητό ήταν ουρές γοργόνας στη σχάρα με σαλάτα από θαλασσινές ανεμώνες. Σε μια θαλασσοσπηλιά με νωχελικούς ιππόκαμπους ζούσε και μια μικρή γοργόνα που την λέγανε Λιλιπλίφ και εκείνη την ημέρα γιόρταζε τα γενέθλιά της. «Αχ ! Χαίρομαι που θα γίνω 16 χρονών!!!» έλεγε και ξανάλεγε η μικρή πριγκίπισσα. Η Θαλασσώ και η Υδρίνη, που ήταν οι καλύτερές της φίλες, ήταν προσκεκλημένες φυσικά από την κόρη του βασιλιά. Η Λιλιπλίφ αφού χτένισε τα μαλλιά της και την ουρά της κατέβηκε στη σάλα του χορού και περίμενε τους καλεσμένους. Ήδη είχαν έρθει μερικά ψάρια. Όμως οι γονείς της είχαν πάει ένα μακρινό ταξίδι και δεν είχαν γυρίσει ακόμα. Η Λιλιπλίφ εκτός από χαρά ένιωθε και λύπη. Θα έρχονταν άραγε για το πάρτι της;

«Λιλιπλίφ» ακούστηκε μια φωνή πίσω της. Η Θαλασσώ και η Υδρίνη έρχονταν και κρατούσαν η κάθε μια από μια σακούλα που έλεγε  « ΨΑΡΑ». Το «ΨΑΡΑ» ήταν ένα ψηλό κατάστημα με ρούχα για γοργόνες. Ξαφνικά όμως τα δελφίνια σήμαναν συναγερμό. Ο Φουτ Μπαλαφούτ ερχόταν με στολή δύτη. Όλοι κρύφτηκαν εκτός από τη Λιλιπλίφ που από την έκπληξη δεν ήξερε τι να κάνει. Ο πειρατής έπιασε άγρια τη Λιλιπλίφ και την ανέβασε στο πλοίο του. Στο μεταξύ οι γονείς της έτρεχαν για να προλάβουν το πάρτι της κόρης τους. Όμως όταν έφτασαν ήταν αργά. Όλοι έκλαιγαν και θρηνούσαν τη χαμένη Λιλιπλίφ. Μόλις το έμαθαν αυτό ο Υφαλίας ο Γ΄, που ήταν ο μπαμπάς της και η Ευρύβια, που ήταν η μαμά της, έπεσαν σε βαριά μελαγχολία και άρχισαν να σκέφτονται πως θα σώσουν την κόρη τους.

Κεφάλαιο 2. Το συνέδριο των ψαριών

Με την καρδιά βαριά σαν πέτρα ο Υφαλίας ο Γ΄ και η Ευρύβια έμειναν για λίγο συλλογισμένοι και μετά φώναξαν το μελανόκητος και μερικούς ακόμα ρωμαλέους  στρατιώτες. Και ο Υφαλίας ο Γ΄ μίλησε και είπε «Στρατιώτες, θα κάνετε μια εξάωρη έρευνα. Ίσως η κόρη μου να δραπέτευσε από το καράβι και εσύ μελανόκητος με τη λάμπα στο κεφάλι, που με αυτήν προσελκύεις τα ψάρια και τα τρως, θα φωτίζεις το δρόμο. Αααα… και ρωτήστε ένα σφυροκέφαλο καρχαρία που τον λένε Κακούτ αν θέλει να βοηθήσει, γιατί αν δεν τη βρείτε θα κάνω ένα συνέδριο.» Οι στρατιώτες έκαναν μια εξάωρη έρευνα αλλά δε βρήκαν τη Λιλιπλίφ. Απελπισμένοι πήγαν στο σπίτι του καρχαρία και χτύπησαν την πόρτα. Αγουροξυπνημένος ο καρχαρίας τους άνοιξε. «Τι θέλετε;» ρώτησε εκνευρισμένος «Μου χαλάσατε τον ύπνο». Οι στρατιώτες του εξήγησαν και εκείνος το σκέφτηκε λίγο και τους απάντησε με απροθυμία «ΟΧΙ!!!. ΔΕ ΘΕΛΩ ΝΑ ΒΟΗΘΗΣΩ.» Αμέσως τους έκλεισε κατάμουτρα την πόρτα και εκείνοι γύρισαν άπρακτοι στο βασιλιά. «Λυπούμαστε κύριε» είπαν «αλλά ο Κακούτ δε θέλει να βοηθήσει και δε βρήκαμε τη Λιλιπλίφ». Ο βασιλιάς γύρισε σκεπτικός στο δωμάτιό του και αμέσως του ήρθε μια λαμπρή ιδέα. «Θα φωνάξω τα πιο δυνατά ψάρια του βασιλείου μου και θα τους δώσω οδηγίες για το πώς θα καταστρέψουν το καράβι του Μπαλαφούτ». Έδωσε στη γυναίκα του τις προκηρύξεις και εκείνη τις μοίρασε στα ψάρια που της είπε ο άντρας της. Και ας πούμε ποιους κάλεσε ο βασιλιάς: Κάλεσε το μαλανόκητος, τον ξιφία, τη μονόκερως φάλαινα, το μακρύρυγχο και τη μοβ μέδουσα που αποκαλείται και μουδιάστρα γιατί έχει ηλεκτρικό ρεύμα στα πλοκάμια της. Ο βασιλιάς τότε είπε «Οι οδηγίες που θα σας δώσω θα είναι σαφείς. Θα βγούμε τη νύχτα για να καταστρέψουμε το καράβι του Μπαλαφούτ. Ο ξιφίας θα τρυπήσει το κάτω μέρος του πλοίου, η μονόκερως φάλαινα θα τσακίσει με την ουρά της το καράβι και ο μακρύρυγχος που είναι γρήγορος κολυμβητής θα ψάξει να σώσει τη Λιλιπλίφ. Εντάξει;» ρώτησε ο βασιλιάς. «Εντάξει.» είπαν όλα τα ψάρια μαζί και όταν ο Υφαλίας πήγε να κοιμηθεί ονειρεύτηκε την επιστροφή της κόρης του.

Κεφάλαιο 3.  Η απελευθέρωση της  Λιλιπλίφ

Στο μεταξύ στο καράβι ο Φουτ Μπαλαφούτ χτυπούσε το μαχαιροπίρουνο στο τραπέζι της κουζίνας και φώναζε «Πεινάμε, πεινάμε! Δώστε μας να φάμε. Ωωωω…όσο σκέφτομαι ότι θα τη δέσουν και θα τη βάλουν στο καζάνι για να βράσει μου τρέχουν τα σάλια»  Ξαφνικά όμως ένας ταχυδρομικός γλάρος μπήκε από το ανοιχτό παράθυρο και έφερε τις ιατρικές εξετάσεις του Μπαλαφούτ από το γιατρό του. Για κακή του τύχη, όμως, το ζάχαρο και η χοληστερίνη του ήταν ανεβασμένα και δεν έπρεπε να φάει ουρές γοργόνας. Ο πειρατής δεν πίστευε στα μάτια του. Δεν είναι δυνατόν …ΟΧΙ!!! Σκέφτηκε και κατέβηκε στα αμπάρια του πλοίου όπου κρατούσε αλυσοδεμένη την καημένη τη Λιλιπλίφ. Μόλις άνοιξε την πόρτα, όμως, τον περίμενε μια ακόμα έκπληξη. Η πριγκίπισσα σήκωσε τα μάτια της και τον κοίταξε σταθερά, χωρίς καθόλου φόβο. Πάνω της είχε ένα αέρα ανωτερότητας που δεν περίμενε ο Φουτ Μπαλαφούτ. «Είσαι πολύ τυχερή γοργόνα. Γλίτωσες για λίγο το καζάνι. Μέχρι τότε όμως σε θα κάθεσαι εδώ μέσα να ξεκουράζεσαι. ΟΧΙ. Θα σε βάλω να κάνεις δουλειές».

«Δε με νοιάζει τι θα κάνεις, πειρατή» απάντησε με ήρεμη φωνή η γοργόνα. «Είμαι η κόρη του Υφαλία του Γ΄ και δε φοβάμαι τίποτα» .

«Α!!! Είσαι πριγκίπισσα. Ωραία!!! Ο πατέρας σου θα δώσει πολύ χρυσάφι  για να σε πάρει πίσω. Και γοργόνες, πολλές γοργόνες».  Και μ΄ ένα  γέλιο κακό την τράβηξε βάναυσα από το αμπάρι. Την αλυσόδεσε και την έβαλε να καθαρίζει τις πεταλίδες που είχαν κολλήσει στο κάτω μέρος του καραβιού.

«Η Λιλιπλίφ τον ακούμπησε πάνω στη ράχη της φάλαινας και άρχισε να του κάνει τεχνητή αναπνοή. Και ω… τι θαύμα! Μόλις φύσηξε την πρώτη ανάσα μέσα του, έγινε μια εκθαμβωτική έκρηξη και ο Φουτ Μπαλαφούτ εξαφανίστηκε και στη θέση του εμφανίστηκε ο όμορφος γιος του βασιλιά του διπλανού βασιλείου. Είχε εξαφανιστεί εδώ και χρόνια και κανένας δεν ήξερε που ήταν.» απόσπασμα).

Στο μεταξύ η στρατιά των ψαριών ήταν έτοιμη να ξεκινήσει. Πρώτος πήγαινε το μελανόκητος για να φωτίζει το δρόμο, ακολουθούσε ο ξιφίας με τη μονόκερως φάλαινα, η μέδουσα και τα υπόλοιπα ψάρια. Όλα έγιναν όπως τα είχαν σχεδιάσει.  Το φεγγάρι είχε κρυφτεί πίσω από βαριά μολυβένια σύννεφα και έτσι κανένας δεν είδε τα ψάρια να πλησιάζουν. Ο ξιφίας έπιασε δουλειά. Άρχισε να κάνει τρύπες στο κάτω μέρος του σκάφους έτσι που σε λίγη ώρα έμοιαζε με ελβετικό  τυρί. Μετά ήρθε η σειρά της φάλαινας. Έδωσε μια με την ουρά της  στο καράβι και καθώς ήταν κατατρυπημένο το έσπασε στα δύο με μεγάλη ευκολία. Όλοι έπεσαν στη θάλασσα. Κάποιοι πνίγηκαν αμέσως και κάποιοι πέθαναν από τα τσιμπήματα της μοβ μέδουσας. Ο μακρύρυγχος άρχισε να ψάχνει τη Λιλιπλίφ. Τη βοήθησε να ξελυθεί και έφυγαν γρήγορα έξω από το κομμάτι του καραβιού που συνέχιζε να βουλιάζει. Την ώρα που ετοιμάζονταν να φύγουν, η Λιλιπλίφ είδε τον Φουτ Μπαλαφούτ, το μόνο που δεν πνίγηκε, να προσπαθεί να ανέβει στην επιφάνεια. Αλλά τα βαριά ρούχα που φορούσε και το πολύ κρασί που είχε κατεβάσει στη διάρκεια του πολύ λιτού δείπνου του,  έκαναν την προσπάθεια αδύνατη, Πολύ σύντομα άρχισε να βουλιάζει και η ζωή να φεύγει από μέσα του. Χωρίς δεύτερη σκέψη η Λιλιπλίφ όρμησε προς το μέρος του. «Τι κάνεις πριγκίπισσά μου;» φώναξε έντρομο το μελανόκητος. «Θα προσπαθήσω να τον σώσω» είπε η γοργόνα. «Να τον σώσεις; Μα αυτός ήθελε να σε σκοτώσει. Άσε που έχει φάει τόσες γοργόνες» της φώναξε η φάλαινα. «Δε με νοιάζει τι ήθελε να κάνει. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα για τους άλλους ναύτες. Αν καταφέρω να σώσω έστω και έναν, ακόμα  και αν είναι ο Φουτ Μπαλαφούτ, θα μπορώ να κοιμάμαι τα βράδια ήσυχη».

Κατάφερε να τον ανεβάσει στην επιφάνεια, αλλά ο πειρατής δεν ανέπνεε. Η Λιλιπλίφ τον ακούμπησε πάνω στη ράχη της φάλαινας και άρχισε να του κάνει τεχνητή αναπνοή. Και ω… τι θαύμα! Μόλις φύσηξε την πρώτη ανάσα μέσα του, έγινε μια εκθαμβωτική έκρηξη και ο Φουτ Μπαλαφούτ εξαφανίστηκε και στη θέση του εμφανίστηκε ο όμορφος γιος του βασιλιά του διπλανού βασιλείου. Είχε εξαφανιστεί εδώ και χρόνια και κανένας δεν ήξερε που ήταν. Η Λιλιπλίφ απέμεινε να τον κοιτάζει με το στόμα ανοιχτό από την έκπληξη. Τότε αυτός της έπιασε τα χέρια και της είπε την ιστορία του. «Σ΄ευχαριστώ όμορφη γοργόνα που μ΄ έσωσες από τα μάγια. Ήμουν απερίσκεπτος και εγωιστής και στεναχωριόμουν που ήμουν γοργόνος και όχι άνθρωπος. Μισούσα τη γοργονίσια ουρά μου κα ήθελα να έχω πόδια. Έτσι η μάγισσα του πράσινου βάλτου με τιμώρησε. Μ΄ έκανε πειρατή που του άρεσε να τρώει ουρές γοργόνων. Και επιτέλους ήρθες εσύ και με την καλοσύνη σου μου έδωσες πίσω τη ζωή μου και την μορφή μου. Θα σου είμαι ευγνώμων για πάντα».

Γύρισαν πίσω όλοι χαρούμενοι και σε λίγο καιρό όλος ο ωκεανός γιόρταζε τους γάμους της πριγκίπισσας Λιλιπλίφ με τον πρίγκιπα Γοργία.

ΤΕΛΟΣ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: